γράφει ο Αλέξανδρος ΔεσποτόπουλοςΔιεθνολόγοςΗ επανέναρξη των εργασιών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου επαναφέρει τα ερωτήματα: πώς θα αντιδράσει η Τουρκία και πώς μπορεί να διαχειριστεί
την κατάσταση η Αθήνα. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2026, ο πρωθυπουργός εκτίμησε ότι οι διαδικασίες θα ξεκινήσουν ξανά μέσα σε λίγους μήνες, αναφέροντας συνεννοήσεις με τη Γαλλία για όλα τα ενδεχόμενα. Στην εξίσωση μπαίνει και η σχεδιαζόμενη διασύνδεση Κύπρου – Ισραήλ. Η Τουρκία έχει εκφράσει επιφυλάξεις για τη συνεργασία των τριών χωρών. Στις 15 Ιανουαρίου 2026, ο Χακάν Φιντάν, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, μίλησε για προσπάθεια «περικύκλωσης» της χώρας του.
Το καλώδιο θα μπορούσε να προσθέσει σε αυτή τη συνεργασία πιο σταθερούς δεσμούς, όπως κοινές επενδύσεις και συμφέροντα στην προστασία των υποδομών. Οι τρεις χώρες θα είχαν περισσότερους λόγους να συνεργάζονται, πέρα από τις διαφορές τους με την Τουρκία και την εικόνα ενός «κοινού εχθρού». Ηδη, η κοινή διακήρυξη του Δεκεμβρίου του 2025 περιλαμβάνει ενέργεια, τεχνολογία, υγεία και πολιτική προστασία. Η διασύνδεση θα μπορούσε να δώσει μεγαλύτερο βάθος και διάρκεια σε αυτούς τους δεσμούς.
Τα πιθανά σενάρια τουρκικής αντίδρασης είναι τέσσερα, χωρίς να αποκλείεται ο συνδυασμός τους.
Το πρώτο είναι οι διπλωματικές διαμαρτυρίες, χωρίς διακοπή των εργασιών. Η Αγκυρα θα μπορούσε να εκδώσει αναγγελίες προς ναυτιλλομένους και να ζητήσει προηγούμενη συνεννόηση για περιοχές που θεωρεί δική της υφαλοκρηπίδα. Ανάλογες απαιτήσεις είχαν ήδη αποδοθεί σε Τούρκους αξιωματούχους το 2025. Σε αυτό το σενάριο, το μεγάλο ζήτημα για την Αθήνα θα ήταν αν θα υπήρχε επικοινωνία με την Αγκυρα και τι θα αφορούσε.
Το δεύτερο είναι η παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων κοντά στα ερευνητικά. Το 2025 υπήρχαν ήδη αναφορές για παρεμπόδιση ερευνών κοντά στην Κάσο και στην Κάρπαθο. Προειδοποιήσεις και επανειλημμένες προσεγγίσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε προσωρινές διακοπές, χωρίς ένοπλη σύγκρουση. Το έργο θα παρέμενε επισήμως ενεργό, αλλά οι καθυστερήσεις θα μπορούσαν να αυξάνουν το κόστος και να εντείνουν τις ανησυχίες των εταιρειών. Η επίδειξη ισχύος θα είχε έτσι πρακτικές συνέπειες, ακόμη και χωρίς χρήση όπλων.
Το τρίτο είναι η άμεση παρεμπόδιση: τουρκικά πλοία να εμποδίσουν την πρόσβαση στην περιοχή ή να απαιτήσουν την αποχώρηση του ερευνητικού. Τότε θα προέκυπτε άμεσο ζήτημα ασφάλειας πληρωμάτων και πλοίων. Μια ελληνική ναυτική συνοδεία θα μπορούσε να προσφέρει προστασία, αλλά η μικρή απόσταση μεταξύ αντίπαλων μονάδων θα αύξανε τον κίνδυνο ατυχήματος ή λανθασμένης εκτίμησης. Η δυνατότητα συνέχισης των εργασιών θα συνδεόταν έτσι άμεσα με τον έλεγχο της έντασης.
Το τέταρτο είναι η παρατεταμένη πίεση, με εναλλαγές έντασης και ηρεμίας. Κάθε νέα φάση θα μπορούσε να συνοδεύεται από αντιρρήσεις και μικρότερες παρεμβάσεις. Δεν θα υπήρχε μια μεγάλη κρίση, αλλά πολλές μικρές εμπλοκές. Με τον χρόνο, αυτές θα μπορούσαν να επιβαρύνουν το χρονοδιάγραμμα και να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των χρηματοδοτών.
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία κάθε σενάριο θέτει διαφορετικά ζητήματα. Οι διπλωματικές διαμαρτυρίες αποτυπώνουν τις θέσεις των κρατών και η παρουσία στη θάλασσα αφορά την ασφάλεια των εργασιών. Κανένα από αυτά τα μέσα δεν λύνει αυτομάτως όλα τα προβλήματα.
Σε κάθε περίπτωση, η ματαίωση του έργου εξαιτίας της τουρκικής πίεσης θα είχε σημαντικότατες συνέπειες πέρα από το συγκεκριμένο καλώδιο. Η Αγκυρα θα την παρουσίαζε ως απόδειξη ότι τέτοια έργα χρειάζονται τη συγκατάθεσή της. Κυβερνήσεις και εταιρείες ενδέχεται τότε να αναζητούν προηγούμενη συνεννόηση μαζί της, όχι απαραίτητα επειδή αποδέχονται τις διεκδικήσεις της, αλλά για να αποφύγουν νέες εμπλοκές. Ετσι, η δυνατότητα παρεμπόδισης θα αποκτούσε μεγαλύτερο βάρος στις επόμενες επενδυτικές αποφάσεις. Θα ισοδυναμούσε με τη μόνιμη ομηρία νόμιμων σχεδιασμών του Ελληνισμού από το παράλογο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».