Στο κομματικό τοπίο της δημοκρατίας μας ανθίζουν κόμματα για κάθε γούστο.Γράφει ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΗΓΗ: RealnewsΉ μήπως σε μια δεύτερη, πιο προσεκτική, ματιά μοιάζουν μεταξύ τους; Περισσότερο από όσο
παραδέχονται οι αρχηγοί τους; Πόσα κόμματα, πέραν των ήδη δώδεκα που αφήνουν ένα κάποιο ίχνος στις δημοσκοπήσεις, θα αποκτήσουμε, μέχρι την ώρα της κάλπης;
Την προηγούμενη εβδομάδα καλωσορίσαμε τη Μαρία Καρυστιανού. Αυτή την εβδομάδα θα επιστρέψει ο Αλέξης Τσίπρας. Κάποια στιγμή μπορεί να αποφασίσει να επαναλάβει το εγχείρημα μιας πιο προσωπικής παρουσίας ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς. Ολοι καλοδεχούμενοι. Δεν υπάρχει σφυγμομέτρηση της κοινής γνώμης που να μην βρίσκει ένα πολύ σημαντικό ποσοστό πολιτών οι οποίοι δηλώνουν αναποφάσιστοι. Δεν έχουν τη διάθεση να ψηφίσουν -αν τελικά ψηφίσουν- κάποιο από τα ήδη υπάρχοντα κόμματα; Περιμένουν να δουν και να κρίνουν ποιο από τα νέα κόμματα θα είναι του «γούστου» τους;
Οι αναποφάσιστοι είναι πολλοί. Τουλάχιστον ένας στους πέντε πολίτες. Αν τους αθροίσουμε με όσους δηλώνουν ότι θα ήθελαν κάτι «άλλο», προτού απαντήσουν για την κομματική προτίμησή τους, το ποσοστό γίνεται πολύ σημαντικό. Που σημαίνει ότι η πρώτη ενδιαφέρουσα εξέλιξη μετά την επίσημη παρουσίαση των πρόσθετων σχηματισμών θα είναι αν το εν λόγω ποσοστό μειωθεί εντυπωσιακά. Η δεύτερη εξέλιξη, που θα μας εισαγάγει στα βαθύτερα του νέου πολιτικού τοπίου, είναι οι μετακινήσεις των μέχρι σήμερα προτιμήσεων των πολιτών, που συμμετέχουν στις έρευνες.
Οι αναδιατάξεις των προτιμήσεων θα διαρκέσουν ένα κάποιο διάστημα. Αρα, υπομονή. Βεβαίως, μεταξύ 15 κομμάτων είναι δύσκολο να βγάλεις άκρη και να καταλάβεις γιατί κάποιο ξεχωρίζει. Ακόμη όμως και όταν το έμπειρο πλέον μάτι του πολίτη ξεχωρίσει κάποιο από τα κόμματα, είναι σίγουρο ότι θα το θεωρεί ως «κόμμα μοναδικής αξίας»;
Το σίγουρο είναι ότι κάποια κόμματα διαθέτουν στέρεη βάση οπαδών, υποστηρικτών και βεβαίως ψηφοφόρων. Προφανώς η Νέα Δημοκρατία και εξίσου αυτονόητα το ΚΚΕ. Το ίδιο ισχύει και σε ό,τι έχει απομείνει από το κάποτε μαζικό ΠΑΣΟΚ.
Ως εκεί. Γιατί στη θρυμματισμένη Αριστερά, αν και συνηθισμένη σε διασπάσεις τύπου αμοιβάδας, η κατάσταση κινείται στη φυγόκεντρο. Αντιθέτως, στην επέκεινα όχθη της Αριστεράς, στα δεξιά της Δεξιάς, τα πράγματα έχουν γίνει πιο περίπλοκα παρά ποτέ, κυρίως λόγω των «ρωσικών» συμπαθειών και των αντιδράσεων που προκαλούν τουρκικοί χατζηαβατισμοί.
Υπάρχει ένα βασικό ερώτημα: προλαβαίνουν οι πολίτες να καταλάβουν τι πρεσβεύουν όλα αυτά τα κόμματα, πέραν του ενός και σίγουρου κοινού σημείου τους, την εκδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη από την πρωθυπουργία; Προφανώς και δεν προλαβαίνουν. Ούτε τους απασχολούν οι λεπτομέρειες των προγραμμάτων, τα εξειδικευμένα δημοσιονομικά μέτρα, οι αλχημείες των συμμαχιών. Κοιτούν τα πρόσωπα.
Πρόσωπα όμως δεν υπάρχουν το ίδιο πολλά με τα κόμματα. Γεγονός που ενισχύει τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία είναι πλήρως αναγνωρίσιμη και ξεκινά με τεράστιο κεφάλαιο συμπάθειας, αξιοζήλευτο για μια νέα πολιτική εγγραφή. Αντιστρόφως, απομειώνει τη λάμψη του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επιστρέφει χωρίς να έχει απαλλαγεί από τις εντελώς προσωπικές ευθύνες στην καταστροφή του 2015.
Δύο πρόσωπα θα χάσουν το ξεχωριστό στίγμα τους, μάλλον με ταχείς ρυθμούς, στις επόμενες εβδομάδες: Βελόπουλος και Κωνσταντοπούλου. Οι υψηλοί τόνοι, οι βαριές κατηγορίες, κατά τεκμήριο ατεκμηρίωτες, εις βάρος της υπόληψης των αντιπάλων τους μπορεί να τραβούν την προσοχή, αλλά έχουν κουράσει τους πολλούς λογικούς ανθρώπους.
Τα δύο πρόσωπα που μένουν κεντρικά, στον ειδικό ρόλο τους το καθένα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης, μπορούν να οδηγήσουν τους δύο πιο παραδοσιακούς κομματικούς σχηματισμούς στην εκπροσώπηση ενός 40%-50% του εκλογικού σώματος. Καθόλου άσχημα, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς πόσος αντισυστημισμός έχει παίξει όλον τον τελευταίο καιρό, με κάθε ευκαιρία και σε κάθε, μεγάλο ή μικρό, θέμα.
Για να συνοψίσουμε. Η άνθηση τόσων πολλών κομμάτων δεν είναι επαρκής συνθήκη για την καλλιέργεια δημοκρατικού και γνωστικού διαλόγου επί θέσεων και σχεδίων που αφορούν την υπόσταση της χώρας, τη βελτίωση του κράτους και την καθημερινότητα των πολιτών. Με άλλα λόγια, ενώ η δημοκρατία δεν θα χάσει επειδή θα ζήσουμε για κάποιο διάστημα με πολλά κόμματα, η δημοκρατική διαδικασία -τόσο απαραίτητη στην προεκλογική περίοδο- δεν έχει και πολλά να κερδίσει.
Με τόσα κόμματα στην προεκλογική παλέτα, ο πολίτης θα δυσκολευτεί να βγάλει άκρη. Επομένως, οι συνθήκες που θα επικρατούν εντός της χώρας στις πολύ τελευταίες εβδομάδες πριν από την κάλπη, όπως το καυτό ζήτημα της ακρίβειας και οι κίνδυνοι του διεθνούς περίγυρου, θα επηρεάσουν την επιλογή των πολιτών την ύστατη ώρα. Γιατί, όσα και αν είναι τα κόμματα, οι εφικτές λύσεις και οι μεγάλες ιδέες μετρώνται στα δάχτυλα της μίας χειρός.