Ολοι, πρακτικά, οι αναλυτές της ενεργειακής αγοράς περίμεναν τα χειρότερα.Γράφει ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ - ΠΗΓΗ: RealnewsΑπό τη στιγμή που ξεκίνησαν οι βομβαρδισμοί στο Ιράν, με τις συντονισμένες επιθέσεις Αμερικανών και
Ισραηλινών, ήταν επόμενο ότι η τιμή του αργού πετρελαίου θα ανέβαινε. Μιλάμε για την περιοχή του πλανήτη που ιστορικά έχει ταυτιστεί με την τροφοδοσία όλων μας με πετρέλαιο και τα πολλά τελευταία χρόνια και με αέριο.
Κανείς δεν έχει ξεχάσει τι συνέβη μετά το 1973 και ξανά -από την ανάποδη- το 1989. Αν μεταφέρουμε τις επιπτώσεις εκείνης της συνταρακτικής κρίσης στα σημερινά δεδομένα, το αργό πετρέλαιο (brent) έπρεπε να έχει ήδη φτάσει τα 150 δολάρια. Αυτό δεν συνέβη, επειδή οι αγορές -πάντοτε νευρικές, αλλά πλέον πολύ σοφότερες και κυρίως περίπλοκες και ικανές να κάνουν ακριβέστερους υπολογισμούς- διαχειρίζονται ένα εντελώς νέο τοπίο σε ό,τι αφορά τον ρόλο της ενέργειας.
Το προ πεντηκονταετίας σοκ οδήγησε σε ταχύτατους περιορισμούς της εξάρτησης που είχε ο βιομηχανικός καπιταλισμός από τον «μαύρο χρυσό». Ταυτόχρονα, ο κόσμος πλημμύρισε στο πετρέλαιο και οι τιμές του κατέρρευσαν. Μετά την οικολογική καταστροφή με το πλοίο «ExxonValdez», οι τιμές πήραν πάλι την ανηφόρα. Στο μεταξύ βεβαίως η Σοβιετική Ενωση είχε καταστραφεί και εξ αυτού του λόγου. Πρόσθετες πηγές τροφοδοσίας, στη Βόρεια Θάλασσα αλλά και στα αραβικά κράτη, αλλά και οι νέες μορφές ενέργειας στις Ηνωμένες Πολιτείες, κυρίως όμως η στροφή προς την πράσινη οικονομία και την εξοικονόμηση του βρόμικου καύσιμου παντού και με κάθε τρόπο, άλλαξαν την αγορά ενέργειας για πάντα.
Αυτή τη δύσκολη, αλλά μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες ομαλή πορεία διατάραξαν οι αμφίδρομοι βομβαρδισμοί. Οι αγορές κράτησαν την αναπνοή τους. Δεν κατελήφθησαν από τους γνωστούς πανικούς κερδοσκοπίας. Δείτε τις αγορές μετοχών, οι οποίες καλύτερα από άλλους δείκτες υπολογίζουν με συνέπεια την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι 500 μεγαλύτερες των ΗΠΑ, ο περίφημος Dow Jones των μεγαθηρίων, ο Nikkei της Ιαπωνίας, ο «Φούτσι» της Βρετανίας, όλες οι μεγάλες κεφαλαιαγορές της Ευρώπης, οι κινεζικές λίστες της Σανγκάης, ακόμη και το Χρηματιστήριο Αθηνών έχουν κρατήσει τα κέρδη τους ολόκληρο τον μήνα των εχθροπραξιών και υπολογίζουν σε καλύτερες ημέρες.
Οι αγορές θέλουν ειρήνευση και διευθέτηση. Αυτό που τις οδηγεί δεν είναι τόσο οι εκτιμήσεις τους για όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή, όσο οι προβλέψεις τους για αυτά που θα προκύψουν όταν θα ξεπεραστεί η κρίση. Οι προσδοκίες είναι θερμές και στηρίζονται στον δυναμισμό της τεχνολογίας, στις δυνατότητες υποκατάστασης του πετρελαίου και… στη δύναμη της κινεζικής οικονομίας.
Μπορεί αυτό το τελευταίο να ακούγεται παράδοξο, αλλά οι αγορές έχουν νέο «οδηγό». Η νηφαλιότητα της Κίνας, ιδίως κατά την παρούσα σύγκρουση, η προσήλωση της κομμουνιστικής ηγεσίας του Πεκίνου στην οικονομία της αγοράς και οι τεράστιες επενδύσεις που πραγματοποιούνται προς την κατεύθυνση της ακόμη μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας των κινεζικών προϊόντων έχουν δημιουργήσει νέα παγκόσμια δεδομένα.
Το άμεσο αποτέλεσμα θα το δούμε στην επικείμενη, εξαιρετικής σημασίας, συνάντηση της ανώτατης ηγεσίας των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας στις αμέσως επόμενες ημέρες. Το κλίμα δεν είναι καλό. Οι ξαφνικοί δασμοί, όπλο που χρησιμοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές, αλλά και τα έμμεσα πλήγματα, ακόμη και με το παρανάλωμα των κρατών του Κόλπου, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό μείγμα. Αν δεν βρεθούν τρόποι να ξεπεραστούν οι βαθύτερες αιτίες της σύγκρουσης μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομικών δυνάμεων του κόσμου, τότε οι αγορές μπορεί να αναθεωρήσουν την ψυχραιμία τους για την έκρυθμη κατάσταση στην αγορά ενέργειας.
Η αισιοδοξία των αγορών δεν σημαίνει ότι δεν βρισκόμαστε εν τω μέσω μιας κρίσης σε πλήρη εξέλιξη. Ακόμη και αν όλα πάνε καλύτερα τις επόμενες εβδομάδες, θα χρειαστούν πολύ περισσότερες για να επανέλθει μια κάποια ισορροπία. Γιατί, και ως προς αυτό πρέπει να είμαστε ρεαλιστές, η κρίση δεν αφορά αποκλειστικά το πετρέλαιο. Από την πανδημία και μετά αλλάζουν συνεχώς τα πάντα στο διεθνές εμπόριο και στην αναδιοργάνωση σημαντικών παραγωγικών τομέων, ιδιαιτέρως στον αγροδιατροφικό τομέα. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αστάθειας είναι, όπως εκτιμούν οι αγορές, μεγαλύτερες από αυτές των βομβαρδισμών του ιρανικού καθεστώτος.
Τελευταίος, αλλά εξαιρετικά σημαντικός λόγος για τον οποίο οι αγορές θέλουν ειρήνη και ηρεμία είναι ο φόβος να εκραγεί η ωρολογιακή βόμβα που κρύβεται στα έγκατα των ίδιων των αγορών. Ο πραγματικός φόβος τους είναι να σκάσει η «φούσκα» των κολοσσιαίων αποτιμήσεων όσων μπορεί να επιτύχει η τεχνητή νοημοσύνη προτού προλάβουν να καλύψουν τα νώτα τους. Προτού δηλαδή ενσωματωθεί αυτή η νέα και τόσο επαναστατική τεχνολογία στην πραγματική οικονομία. Πού να ασχολούνται τώρα οι αγορές με τις ασυνάρτητες εκδοχές του Τραμπ και τις αρλούμπες των θεοκρατών της Τεχεράνης!