Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μέσω του μεγαλεπήβολου έργου Great Sea Interconnector (GSI) αποτελεί ένα από τα πλέον κομβικά ενεργειακά και γεωστρατηγικά εγχειρήματα της σύγχρονης ελληνικής και μεσογειακής ιστορίας.
Σε πρώτο επίπεδο, η ηλεκτρική διασύνδεση αίρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου -του τελευταίου μη διασυνδεδεμένου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης- ενώ ταυτόχρονα συνδέει το Ισραήλ με το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό δίκτυο. Το υποθαλάσσιο καλώδιο μεταφοράς ρεύματος υψηλής τάσης επιτρέπει την αμφίδρομη ροή πράσινης ενέργειας, ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια και τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).
Η σημασία του Great Sea Interconnector καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική αν αναλογιστεί κανείς το έκρυθμο διεθνές περιβάλλον και τις πρωτοφανείς αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αλυσίδα. Ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία και η πλήρης αποκοπή της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, σε συνδυασμό με την επικίνδυνη κλιμάκωση της πολεμικής σύρραξης στη Μέση Ανατολή και την εμπλοκή του Ιράν, καταδεικνύουν πόσο ευάλωτοι είναι οι παραδοσιακοί ενεργειακοί δρόμοι. Η ενέργεια έχει μετατραπεί σε όπλο γεωπολιτικού καταναγκασμού και η δημιουργία εναλλακτικών ηλεκτρικών διασυνδέσεων αποτελεί ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής επιβίωσης.
Ωστόσο, η ουσιαστική αξία του Great Sea Interconnector έγκειται στη γεωστρατηγική διάστασή του. Για την Ελλάδα και την Κύπρο, το έργο αποτελεί τη φυσική και υποδομιακή μετουσίωση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας στην περιοχή, συνδέοντας την ηπειρωτική και νησιωτική Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή. Δημιουργεί έναν ασφαλή ενεργειακό διάδρομο που τελεί υπό την αιγίδα και τη χρηματοδοτική στήριξη της Ε.Ε., εμπλέκοντας παράλληλα γαλλικά και διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα υψηλού επιπέδου.
Η Αγκυρα αντιλαμβάνεται τη διασύνδεση ως απειλή για το αφήγημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και την προσπάθειά της να επιβάλει ρόλο ρυθμιστή σε κάθε ενεργειακό έργο της ανατολικής Μεσογείου. Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει συστηματικά ότι τμήματα της όδευσης του καλωδίου διέρχονται από την «τουρκική υφαλοκρηπίδα» -όπως η ίδια την ορίζει αυθαίρετα μέσω του παράνομου τουρκο-λιβυκού μνημονίου- και απαιτεί την υποβολή αιτήσεων αδειοδότησης προς την Αγκυρα.
Στη γεωπολιτική αυτή εξίσωση προστίθεται και ο αστάθμητος παράγοντας της αμερικανικής εσωτερικής πολιτικής σκηνής, ιδιαίτερα ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Παρά τις γνωστές διασυνδέσεις και την προσωπική σχέση του Ντόναλντ Τραμπ με την τουρκική ηγεσία, ο Αμερικανός Πρόεδρος βρίσκεται αντιμέτωπος με λεπτές ισορροπίες. Στο πλαίσιο της προεκλογικής περιόδου, μια απροκάλυπτη στήριξη των τουρκικών αιτιάσεων θα διακινδύνευε να δυσαρεστήσει τη συμπαγή και οικονομικά ισχυρή ελληνοαμερικανική κοινότητα, της οποίας η ψήφος σε κρίσιμες πολιτείες θεωρείται καθοριστική. Ταυτόχρονα, ωστόσο, σε περίπτωση που η τουρκική προκλητικότητα γύρω από την πόντιση του καλωδίου προκαλέσει μια θερμή κρίση στο πεδίο, η Ουάσιγκτον -απορροφημένη από την οξεία εσωκομματική διαμάχη και την προεκλογική ατζέντα- ενδέχεται να επιδείξει αντανακλαστικά απόστασης ή επιφανειακής επιτηδευμένης ουδετερότητας. Η προσωρινή αυτή αμερικανική εσωστρέφεια δημιουργεί ένα παράθυρο ευκαιρίας, αλλά και υψηλού ρίσκου, όπου η ελληνική διπλωματία καλείται να κινηθεί αυτόνομα και αποφασιστικά.
Η ακλόνητη αποφασιστικότητα της Ελλάδας να προχωρήσει το έργο, παρά τις τουρκικές προκλήσεις, αποτελεί λυδία λίθο για την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές. Αν η Αθήνα υποχωρήσει μπροστά στις αυθαίρετες αξιώσεις της Αγκυρας, το μήνυμα προς τη διεθνή επενδυτική κοινότητα θα είναι καταστροφικό: ότι η Ελλάδα στερείται της βούλησης να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της και τις υποδομές που χρηματοδοτεί η Ε.Ε.
Αντίθετα, η επιτυχής υλοποίηση του GSI εμπεδώνει την Ελλάδα ως ένα ασφαλές και θεσμικά θωρακισμένο επενδυτικό καταφύγιο. Ενώ η Τουρκία χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική αβεβαιότητα και αναθεωρητισμό, η Ελλάδα αποδεικνύει ότι αποτελεί τον πυλώνα σταθερότητας στην περιοχή, προσελκύοντας θεσμικούς επενδυτές και διεθνή κεφάλαια που αναζητούν ασφάλεια δικαίου. Η διασύνδεση σφραγίζει στην πράξη την τριμερή αρχιτεκτονική ασφάλειας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ. Η ενεργειακή σύμπλευση με το Ισραήλ δημιουργεί έναν άξονα στρατηγικού βάθους που ξεπερνά τις ευκαιριακές συμμαχίες. Το Ισραήλ αποκτά μια ζωτική φυσική γέφυρα προς την Ευρώπη, ενώ η Αθήνα και η Λευκωσία ισχυροποιούν τους δεσμούς τους με την ισχυρότερη στρατιωτική και τεχνολογική δύναμη της περιοχής.
Το σημαντικότερο, όμως, όφελος για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι η οριστική απαλλαγή από το σύνδρομο του ετεροπροσδιορισμού έναντι της Τουρκίας. Για δεκαετίες, η ελληνική στρατηγική σχεδιαζόταν συχνά ως παθητική αντίδραση στις τουρκικές διεκδικήσεις. Η υλοποίηση έργων υποδομής όπως ο Great Sea Interconnector αλλάζει το παράδειγμα: η Ελλάδα διαμορφώνει αυτόνομα την ατζέντα, δημιουργεί τετελεσμένα σταθερότητας, εφαρμόζει στην πράξη το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) και ηγείται των εξελίξεων.