Στη Βρετανία συνελήφθη η 46χρονη γυναίκα για την οποία είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης για τον φονικό εμπρησμό στο υποκατάστημα της Marfin, στην οδό Σταδίου, στις 5 Μαΐου 2010.Τα στοιχεία
που «δένουν» τους δράστες
Φωτογραφίες που βρέθηκαν σε αποθήκη με εκρηκτικά το 2020 και ένα usb με πληροφορίες οδήγησαν στις συλλήψεις για το έγκλημα της Marfin.
Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα της Realnews, μια φωτογραφία διακοπών, από δικογραφία που είχε συνταχθεί για μια αποθήκη με εκρηκτικά σε περιοχή της Αττικής, φαίνεται πως αποτέλεσε το ένα από τα δύο σημαντικά στοιχεία που ξεκλείδωσαν την υπόθεση της Marfin, του στυγερού εγκλήματος με τους τρεις νεκρούς που από τον Μάιο του 2010 αποτελεί ανοιχτή πληγή για την ελληνική κοινωνία.
Παράλληλα ένα usb, που είχε αφεθεί σε παγκάκι στο κέντρο της Αθήνας και περιείχε ανώνυμη επιστολή με τα στοιχεία των φερόμενων ως δραστών της επίθεσης στην τράπεζα και απευθυνόταν στα στελέχη του ελληνικού FBI, αποτελεί το δεύτερο κλειδί για την εξιχνίαση της υπόθεσης, όπως υποστηρίζουν πληροφορίες από το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη.
Τα στελέχη του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Διεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος εδώ και έναν χρόνο είχαν ανοίξει σιωπηρά τον φάκελο της Μarfin, επανεξετάζοντας όλα τα στοιχεία που διέθεταν.
Σε σύντομο χρονικό διάστημα έφτασε στα χέρια τους έπειτα από ανώνυμο τηλεφώνημα και το usb με την επιστολή που περιείχε τα στοιχεία των φερόμενων ως δραστών του εγκλήματος. Ωστόσο κομβικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης φαίνεται να έπαιξε μια φωτογραφία που όλο αυτό το διάστημα είχε στο αρχείο της η Αντιτρομοκρατική. Ενα στοιχείο που έμενε στους φοριαμούς της Αντιτρομοκρατικής ως πειστήριο άλλης υπόθεσης επί έξι χρόνια αποδείχθηκε καταλυτικό για την πορεία των ερευνών.
Το 2020 αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής είχαν εισβάλει σε αποθήκη εντοπίζοντας εκρηκτικά. Η αποθήκη είχε ενοικιαστεί από πρόσωπο γνωστό στις Αρχές. Σε έναν φορητό υπολογιστή που είχε κατασχέσει στην αποθήκη η Αντιτρομοκρατική, οι αστυνομικοί είχαν βρει φωτογραφίες του ενοικιαστή της αποθήκης από τις καλοκαιρινές διακοπές του μαζί με ένα άλλο άτομο που φορούσε ένα συγκεκριμένο είδος καπέλου και ένα χαρακτηριστικό σακίδιο πλάτης.
Πριν από μερικούς μήνες και ενώ η δεύτερη έρευνα για τη Marfin ήταν σε πλήρη εξέλιξη, οι αστυνομικοί του Ανθρωποκτονιών ζήτησαν βοήθεια από τα στελέχη της Αντιτρομοκρατικής δείχνοντάς τους φωτογραφίες ενός άνδρα από το 2010 έξω από τη Marfin, την οποία είχαν βρει έπειτα από επαφές τους με ξένους φωτορεπόρτερ που εκείνη την εποχή είχαν έρθει στην Ελλάδα για να καλύψουν τις αντιδράσεις για την οικονομική κρίση. Το άτομο φορούσε καπέλο, είχε σακίδιο πλάτης και είχε καλυμμένο το πρόσωπό του.
Οι αστυνομικοί της Αντιτρομοκρατικής ανέσυραν από το αρχείο τους τις επίμαχες φωτογραφίες και συνέκριναν το καπέλο και το σακίδιο του εικονιζόμενου φίλου του εκδότη, με αυτές που είχαν στην κατοχή τους οι αστυνομικοί του Ανθρωποκτονιών.
Παράλληλα οι φωτογραφίες στάλθηκαν στα εγκληματολογικά εργαστήρια, όπου και με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης κατάφεραν να τις «καθαρίσουν» και παράλληλα να ταυτοποιήσουν το καπέλο και το σακίδιο με αυτά που είχε το πρόσωπο που απεικονιζόταν στις φωτογραφίες από τις καλοκαιρινές διακοπές. Πλέον οι αστυνομικοί είχαν στα χέρια τους την ταυτότητα του ενός εκ των φερόμενων ως δραστών του εμπρησμού του υποκαταστήματος της τράπεζας και εν συνεχεία, με νέο φωτογραφικό και αδημοσίευτο υλικό από ανεξάρτητες πηγές, κατάφεραν να ταυτοποιήσουν και τους άλλους δύο εμπλεκομένους.
Το πρωί της Παρασκευής ο ανακριτής που χειριζόταν την υπόθεση εξέδωσε τρία εντάλματα σύλληψης για δύο 42χρονους άνδρες, που είναι αντιμέτωποι με το αδίκημα της ανθρωποκτονίας κατά συρροή και από πρόθεση και θα απολογηθούν την Τρίτη, αλλά και για μία 46χρονη γυναίκα, η οποία όμως εδώ και χρόνια έχει αποστασιοποιηθεί από τον αντιεξουσιαστικό χώρο και διαμένει μόνιμα στη Βρετανία, όπου έχει κάνει οικογένεια και είναι πια μητέρα δύο παιδιών. Με παράλληλες επιχειρήσεις σε Ανω Λιόσια και πλατεία Αμερικής, οι αστυνομικοί του Ανθρωποκτονιών συνέλαβαν τους δύο 42χρονους, ενώ τη Δευτέρα συνελήφθη στη Βρετανία και η 46χρονη Ελληνίδα.
Η πρώτη δίκη που οδήγησε σε αθώωση
Για χρόνια η τραγωδία με τους τρεις νεκρούς της Marfin παρέμενε ουσιαστικά ανεξιχνίαστη. Η δίκη για τους φερόμενους ως φυσικούς αυτουργούς που είχαν συλληφθεί αρχικώς ολοκληρώθηκε το 2016 με την ομόφωνη αθώωση των δύο κατηγορουμένων, καθώς το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για να στοιχειοθετηθεί η ενοχή τους.
Το κατηγορητήριο στηριζόταν κυρίως σε μια ανώνυμη επιστολή, καταθέσεις αστυνομικών, αναγνωρίσεις από φωτογραφίες και βιντεοληπτικό υλικό από τα επεισόδια της ημέρας. Ωστόσο, κατά την ακροαματική διαδικασία αναδείχθηκαν σοβαρές αδυναμίες. Κανένας αυτόπτης μάρτυρας δεν αναγνώρισε με βεβαιότητα τους κατηγορουμένους ως τα πρόσωπα που πέταξαν τις μολότοφ, τα βίντεο κρίθηκαν ανεπαρκή για ασφαλή ταυτοποίηση, ενώ δεν υπήρχαν δακτυλικά αποτυπώματα, γενετικό υλικό ή άλλο εύρημα που να τους συνδέει με την επίθεση.
Οπως είχε σημειώσει το δικαστήριο, όσο σοβαρό και αν είναι ένα έγκλημα, η καταδίκη δεν μπορεί να βασιστεί σε υποψίες ή ενδείξεις, αλλά απαιτεί πλήρη και ασφαλή απόδειξη της ενοχής. Ξεχωριστή ήταν η δίκη για τις ευθύνες της διοίκησης της τράπεζας. Το 2013 καταδικάστηκαν ο διευθύνων σύμβουλος της Marfin, ο υπεύθυνος ασφαλείας και η διευθύντρια του καταστήματος για ανθρωποκτονία από αμέλεια και σωματικές βλάβες από αμέλεια, καθώς κρίθηκε ότι υπήρχαν σοβαρές ελλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην οργάνωση της εκκένωσης του κτιρίου. Η υπόθεση, 16 χρόνια μετά, φαίνεται να εισέρχεται σε νέα φάση μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εις βάρος τριών ατόμων από την τρίτη τακτική ανακρίτρια κατόπιν νεότερων στοιχείων από την αστυνομική έρευνα. Μένει να αποδειχθεί εάν αυτή τη φορά είναι επαρκή για να οδηγήσουν, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη το 2016, σε καταδίκη των φυσικών αυτουργών του τριπλού εγκλήματος.