on air v3

Συνταγματική Αναθεώρηση: Κίνδυνος να μην αλλάξει τίποτα στο άρθρο 86

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Typography
Εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης για τον νόμο περί ευθύνης υπουργών.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews

Το ενδεχόμενο ενός μεγάλου θεσμικού αδιεξόδου όσον αφορά το άρθρο 86 του

Συντάγματος για την ποινική ευθύνη των υπουργών έγινε για πρώτη φορά ορατό στη συνεδρίαση της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος την περασμένη Τρίτη στη Βουλή. Ενώ κυβέρνηση και αντιπολίτευση συμφωνούν στη διαπίστωση ότι το σημερινό καθεστώς για την ποινική ευθύνη των υπουργών εξεμέτρησε τον βίο του και δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει, διαφωνούν σχεδόν σε όλα τα άλλα και κυρίως στο πώς θα αντικατασταθεί ή θα καταργηθεί.

Η Νέα Δημοκρατία επιμένει σε ένα μεικτό σύστημα, με ενισχυμένο τον ρόλο της Δικαιοσύνης στην έρευνα, αλλά με διατήρηση του κοινοβουλευτικού φίλτρου και της τελικής απόφασης της Ολομέλειας για την άσκηση δίωξης. Η αντιπολίτευση κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση, ζητώντας την πλήρη απομάκρυνση της Βουλής από την ποινική διαδικασία. Αν η απόσταση αυτή δεν γεφυρωθεί, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που όλοι δηλώνουν ότι επιδιώκουν και το άρθρο 86 να μην αλλάξει τελικά καθόλου. Και αυτό διότι εφόσον το άρθρο κριθεί αναθεωρητέο από την παρούσα Βουλή με λιγότερες από 180 ψήφους, η επόμενη Βουλή θα χρειαστεί την αυξημένη πλειοψηφία των 180 για να ολοκληρώσει την αλλαγή του. Χωρίς αυτήν, η αναθεώρηση θα μείνει μετέωρη και το σημερινό καθεστώς θα εξακολουθήσει να ισχύει. Ετσι, η κοινή παραδοχή ότι το άρθρο 86 πρέπει να αλλάξει μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής, εάν δεν συνοδευτεί από μια στοιχειώδη συμφωνία για την κατεύθυνση της αλλαγής.

Εισήγηση

Ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Ευριπίδης Στυλιανίδης, περιέγραψε στην επιτροπή ένα «μεικτό μοντέλο», με σημαντικά ενισχυμένη τη συμμετοχή της Δικαιοσύνης, η οποία θα διενεργεί την προκαταρκτική εξέταση χωρίς όμως πλήρη απομάκρυνση της Βουλής από τη διαδικασία, στοιχείο που προκάλεσε την οργισμένη αντίδραση της αντιπολίτευσης. Σύμφωνα με τη «γαλάζια» προσέγγιση, η προκαταρκτική εξέταση και η διερεύνηση μιας υπόθεσης θα περνούν από τα χέρια της Δικαιοσύνης. Η τελική απόφαση, ωστόσο, για το αν θα ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος υπουργού θα εξακολουθεί να λαμβάνεται από την Ολομέλεια της Βουλής, με ονομαστική ψηφοφορία. Εφόσον αποφασιστεί η άσκηση δίωξης, η υπόθεση θα οδηγείται στο Ειδικό Δικαστήριο.

«Κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου», τόνισε ο Ευρ. Στυλιανίδης, προσθέτοντας όμως ότι κανείς δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την ποινική διαδικασία «υστερόβουλα και εκδικητικά». Ο εισηγητής της πλειοψηφίας έθεσε ως κεντρικό ζητούμενο την ισορροπία ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μία στην ατιμωρησία των πολιτικών και, από την άλλη, στην ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής. «Είναι σαφές ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ελεγκτικός ρόλος της δικαστικής εξουσίας. Αυτό όμως δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα ακυρωθεί πλήρως το φίλτρο του Κοινοβουλίου», ήταν η χαρακτηριστική αναφορά του.

Στο ίδιο πνεύμα, προειδοποίησε ότι ο υπουργός πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ίσος απέναντι στον νόμο, αλλά ταυτόχρονα να προστατεύεται από την εργαλειοποίηση ποινικών καταγγελιών από πολιτικούς αντιπάλους ή εξωθεσμικά συμφέροντα. Επικαλέστηκε, μάλιστα, το κόστος που μπορεί να προκαλέσει ο φόβος της υπογραφής και της λήψης αποφάσεων: «Ο υπουργός που παίρνει αποφάσεις και λύνει προβλήματα είναι συνήθως αυτός που εκτίθεται σε κινδύνους. Αυτός που δεν υπογράφει, όχι μόνο δεν κινδυνεύει, αλλά συνήθως είναι και πιο δημοφιλής».

Η Ν.Δ. επιχειρεί, με άλλα λόγια, να μεταφέρει το βάρος της έρευνας στη Δικαιοσύνη, αλλά όχι να της παραδώσει το σύνολο της διαδικασίας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία θεωρεί ότι ένα θεσμικό φίλτρο εξακολουθεί να είναι αναγκαίο για να αποτρέπεται η μετατροπή κάθε πολιτικής σύγκρουσης σε ποινική υπόθεση. Αλλωστε, όπως υποστήριξε ο Ευρ. Στυλιανίδης, η συμμετοχή του Κοινοβουλίου σε διαδικασίες που αφορούν ποινικές ευθύνες υπουργών δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς σε 13 από τα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης προβλέπεται κάποια μορφή κοινοβουλευτικής εμπλοκής.

Απέναντι σε αυτή την πρόταση, το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε ένα αμιγώς δικαστικό μοντέλο. Ο εισηγητής του, Παναγιώτης Δουδωνής, ζήτησε την πλήρη αποσύνδεση της ποινικής διαδικασίας από τη Βουλή, προτείνοντας η απόφαση για την άσκηση δίωξης να ανατίθεται σε ειδικό δικαστικό συμβούλιο και η εκδίκαση της υπόθεσης να παραμένει στο Ειδικό Δικαστήριο. Ζήτησε, μάλιστα, την «κατάργηση του ομφάλιου λώρου» ανάμεσα στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία και την ποινική διαδικασία.

Η βασική ένσταση της αντιπολίτευσης είναι ότι όσο η τελική απόφαση παραμένει στην Ολομέλεια, η κυβερνητική πλειοψηφία θα διατηρεί στην πράξη τη δυνατότητα να εμποδίζει την άσκηση δίωξης κατά υπουργών της. Από την άλλη πλευρά, η Ν.Δ. απαντά ότι η πλήρης κατάργηση κάθε πολιτικού φίλτρου θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο σε καταχρηστικές ή πολιτικά υποκινούμενες διώξεις.

Ετσι, η συζήτηση της Τρίτης όχι απλώς δεν γεφύρωσε τις διαφορές, αλλά αντιθέτως τις έκανε πιο καθαρές και ανέδειξε τη δύσκολη εξίσωση την οποία πρέπει να λύσει η επόμενη Βουλή. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να βρεθεί ένα σημείο συνάντησης ανάμεσα σε εκείνους που θέλουν τη Βουλή να διατηρεί τον τελευταίο λόγο και σε εκείνους που θέλουν να μην έχει κανέναν. Και όσο η απόσταση παραμένει αυτή που καταγράφηκε στην επιτροπή, γίνεται όλο και πιο ορατό το παράδοξο σενάριο η πιο πολυσυζητημένη διάταξη της Συνταγματικής Αναθεώρησης να μην αλλάξει καθόλου.