Mία απρόσμενη ανακάλυψη έκαναν ερευνητές από την Ιρλανδία καθώς ξεφυλλίζοντας τις ψηφιοποιημένες σελίδες ενός μεσαιωνικού βιβλίου σε μία βιβλιοθήκη της Ρώμης εντόπισαν έναν «θησαυρό» ανεκτίμητης αξίας, το παλαιότερο σωζόμενο αγγλικό ποίημα.
«Μας εξέπληξε πάρα πολύ. Μείναμε άφωνοι. Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε στα μάτια μας όταν το είδαμε για πρώτη φορά», δήλωσε στο Associated Press η Ελιζαμπέτα Μαγκνάντι, επισκέπτρια ερευνήτρια στη Σχολή Αγγλικής Γλώσσας του Trinity College του Δουβλίνου.
Επιπλέον, πρόσθεσε, το ποίημα βρισκόταν μέσα στο κύριο σώμα του λατινικού κειμένου: «Ήταν εξαιρετικό».
Δημιουργός του ποιήματος «Ύμνος του Κέντμον» θεωρείται ένας αγρότης από την περιοχή της Νορθουμβρίας, ο οποίος το έγραψε τον 7ο αιώνα. Το ποίημα διασώθηκε χάρη στην ένταξή του σε ορισμένα αντίγραφα της «Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Αγγλικού λαού», μιας ιστορίας της Αγγλίας του 8ου αιώνα, γραμμένης στα λατινικά από τον Βέδα τον Σεβάσμιο, έναν Άγγλο μοναχό και άγιο.
Η ιστορία του είναι ένα από τα πιο ευρέως αναπαραγόμενα κείμενα του Μεσαίωνα, με σχεδόν 200 χειρόγραφα, σύμφωνα με τον συνάδελφο της Μαγκνάντι, Μαρκ Φόλκνερ, αναπληρωτή καθηγητή μεσαιωνικής λογοτεχνίας στο Trinity, ο οποίος θεωρεί τον «Ύμνο του Κέντμον» ως την απαρχή της αγγλικής λογοτεχνίας.

Το χειρόγραφο που βρήκαν ο Φόλκνερ και η Μαγκνάντι είναι ένα από τα παλαιότερα και χρονολογείται από τον 9ο αιώνα. Δύο παλαιότερα χειρόγραφα ανέφεραν το ποίημα στην Παλαιά Αγγλική, αλλά ως μεταγενέστερες προσθήκες — μεταφρασμένο από τα λατινικά και γραμμένο πρόχειρα στο περιθώριο μεταγενέστερα ή ως προσθήκη αλλά όχι εντός του κύριου σώματος του κειμένου, σύμφωνα με τους ερευνητές.
Η ανακάλυψη ρίχνει φως στην ευρεία διάδοση της αγγλικής γλώσσας, πολύ νωρίτερα από ό,τι πιστευόταν μέχρι τώρα, δήλωσε ο Φόλκνερ.
«Πριν από την ανακάλυψη του χειρόγραφου της Ρώμης, το παλαιότερο χρονολογούνταν από τις αρχές του 12ου αιώνα. Αυτό λοιπόν είναι τρεις αιώνες παλαιότερο από εκείνο. Και έτσι μαρτυρά τη σημασία που αποδιδόταν ήδη στην αγγλική γλώσσα στις αρχές του 9ου αιώνα», είπε ο Φόλκνερ.
Ο Κέιντμον λέγεται ότι συνέθεσε το ποίημα ενώ εργαζόταν στο Αβαείο του Γουίτμπι στο Βόρειο Γιορκσάιρ, αφού οι καλεσμένοι σε ένα συμπόσιο άρχισαν να απαγγέλλουν ποιήματα, ανέφερε ο Φόλκνερ.
«Νιώθοντας αμηχανία επειδή δεν ήξερε τίποτα κατάλληλο, ο Κέιντμον αποχώρησε από το συμπόσιο και πήγε για ύπνο», είπε. «Τότε, μια μορφή εμφανίστηκε στα όνειρά του και του είπε να τραγουδήσει για τη δημιουργία, κάτι που ο Κέιμντον έκανε ως εκ θαύματος, δημιουργώντας τον εννιάστιχο ύμνο».
Πώς έφτασε στη Ρώμη το χειρόγραφο
Περίπου 1.400 χρόνια αργότερα, αυτό το αντίγραφο του ποιήματός του επανεμφανίστηκε στην κύρια δημόσια βιβλιοθήκη της Ρώμης — αλλά όχι πριν διασχίσει τον Ατλαντικό Ωκεανό τουλάχιστον δύο φορές και αλλάξει χέρια ακόμη περισσότερες φορές.
Το αντίγραφο δημιουργήθηκε τον 9ο αιώνα από έναν μοναχό στη Νοναντόλα, ένα βενεδικτίνικο αββαείο στη βόρεια Ιταλία, ένα από τα μεγάλα κέντρα μεσαιωνικής λόγιας παράδοσης, κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, που βρίσκεται κοντά στη σημερινή Μόντενα στη βόρεια Ιταλία, ο οποίος αντέγραψε προσεκτικά το κείμενο σε έναν τόμο της «Εκκλησιαστικής ιστορίας» του Βέδα σύμφωνα με τη Βαλεντίνα Λόνγκο, επιμελήτρια μεσαιωνικών και σύγχρονων χειρογράφων στην Εθνική Κεντρική Βιβλιοθήκη της Ρώμης.
Τον 17ο αιώνα, καθώς η σημασία της μονής μειωνόταν, η τεράστια συλλογή χειρογράφων της μεταφέρθηκε σε άλλη μονή στη Ρώμη, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Βατικανό και τελικά σε μια μικρή εκκλησία. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδρομής, μερικά από τα κείμενα χάθηκαν, για να επανεμφανιστούν στις αρχές του 19ου αιώνα στην κατοχή διάσημων διεθνών συλλεκτών, είπε ακόμα η Λόνγκο.
Αυτό το αντίγραφο κατέληξε στα χέρια του φημισμένου Άγγλου συλλέκτη αρχαιοτήτων Τόμας Φίλιπς. Όταν ο Φίλιπς βρέθηκε σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και άρχισε να πουλάει τμήματα της συλλογής του, ο Ελβετός Μάρτιν Μπόντμερ απέκτησε το βιβλίο. Από εκεί, με κάποιο τρόπο, κατέληξε στη Νέα Υόρκη, στη συλλογή του αυστριακής καταγωγής εμπόρου σπάνιων βιβλίων Χ.Π. Κράους κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.
Το ιταλικό υπουργείο Πολιτισμού έψαχνε σε όλο τον κόσμο για τα χαμένα χειρόγραφα της μονής της Νοναντόλα, αγοράζοντάς τα σε δημοπρασίες και από συλλέκτες σε όλο τον κόσμο. Αγόρασε το χειρόγραφο από τον Κράους το 1972, είπε ακόμα η Λόνγκο και από τότε το περίφημο κείμενο παρέμεινε στη βιβλιοθήκη της Ρώμης — αλλά έλαβε ελάχιστη προσοχή.
Η βιβλιοθήκη έχει πλέον ψηφιοποιήσει ολόκληρη τη συλλογή Νοναντόλα και είναι ελεύθερα προσβάσιμη μέσω της ιστοσελίδας, ανέφερε ακόμα η Λόνγκο και έτσι η Μαγκνάντι που είχε περάσει πάνω από τέσσερα χρόνια μελετώντας την ιστορία του Βέδα και συνέτασσε έναν κατάλογο των σωζόμενων αντιτύπων το εντόπισε.
Η βιβλιοθήκη τρέχει ένα πρόγραμμα με στόχο να καταστήσει χιλιάδες σπάνια βιβλία και χειρόγραφα διαθέσιμα σε ερευνητές από όλο τον κόσμο, σύμφωνα με τον Αντρέα Κάπα, υπεύθυνο του τμήματος χειρόγραφων και της αίθουσας ανάγνωσης σπάνιων βιβλίων της βιβλιοθήκης.
«Η ανακάλυψη που έκαναν οι ειδικοί του Trinity College είναι απλώς ένα σημείο εκκίνησης, ένα μεμονωμένο χειρόγραφο που μπορεί να ανοίξει το δρόμο για αμέτρητες άλλες ανακαλύψεις, σε αμέτρητους άλλους τομείς, μέσω διεθνούς συνεργασίας όπως αυτή», δήλωσε ο Κάπα.