on air v3

Δολοφονία στη Σαλαμίνα: Η αποκαλυπτική μαρτυρία και το στοιχείο «κλειδί»

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
Typography
H εκπομπή «Φως στο Τούνελ» παρουσίασε νέα στοιχεία για την υπόθεση δολοφονίας της Φαιναρέτης Μπαξεβάνη στη Σαλαμίνα. 

Η φρίκη εκείνης της νύχτας δεν χαράχτηκε μόνο στις ψυχές των παιδιών της

Φαιναρέτης Μπαξεβάνη, αλλά και στο βλέμμα του μικρού εγγονού της, που βρέθηκε αντιμέτωπο με μια εικόνα αδιανόητης αγριότητας.

«Ήταν εδώ και το παιδί του αδερφού μου το οποίο ήταν πολύ σοκαρισμένο», λέει με σπασμένη φωνή ο δεύτερος γιος της άτυχης γυναίκας, ξεσπώντας σε κλάματα.

Όπως υποστήριξε, η μητέρα του δεν έφυγε απλώς από τη ζωή. Υπέστη έναν βασανιστικό θάνατο. Ο ίδιος περιέγραψε τη στιγμή που έμαθε τι είχε συμβεί.

«Με πήρε τηλέφωνο η νύφη μου και μου είπε τι έγινε. Ήρθα αμέσως και γι’ αυτό θέλω να ευχαριστήσω και τον καπετάνιο του φέρι μποτ που με πέρασε κατευθείαν, χωρίς δεύτερη κουβέντα, απέναντι, μόλις του είπα ότι έχουν σκοτώσει τη μητέρα μου».

Όταν έφτασε στο σπίτι και μπήκε στο δωμάτιο, η εικόνα της τον διέλυσε.

«Είχα ξεφύγει. Έπαθα αμόκ. Υπήρχε ένα ψυγείο έξω και του έριξα μια μπουνιά… Το βούλιαξα, από το σοκ. Από αυτό που είδα».

Μια γειτόνισσα που έσπευσε στο σημείο μίλησε στην κάμερα του «Τούνελ» για εκείνη τη μέρα.

«Πρώτα μας σοκάρει ότι έφυγε από τη ζωή η γυναίκα και μετά ο τρόπος που έφυγε. Δεν το πιστεύαμε. Ήταν σωστή μάνα, σωστή σύζυγος. Προοδευτικό μυαλό. Αρωγός στον άντρα της, σε όλα. Έσκασε. Την έσκασαν τη γυναίκα. Ποιος και γιατί, δεν ξέρουμε».

Ο γιος της Φαιναρέτης μίλησε και για την έρευνα που ξεκίνησε με ζήλο αλλά γρήγορα βάλτωσε.

«Ο διοικητής στη Σαλαμίνα έψαχνε πόρτα-πόρτα να βρει τι έγινε. Μετά πήγαμε στη ΓΑΔΑ και εκεί έμεινε η υπόθεση. Υπήρχε μια ντουλάπα όπου βρέθηκε αποτύπωμα. Η Ασφάλεια έκοψε το κομμάτι από τη ντουλάπα για να το πάρει, αλλά δεν ταυτοποιήθηκε ποτέ. Δεν μας ειδοποίησαν για τίποτα. Δεν τους ενδιέφερε .Αν ήταν η δική τους μητέρα, θα έτρεχαν με χίλια».

Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν και τα στοιχεία που παραπέμπουν –όπως λένε– σε σκηνοθετημένη ληστεία.

«Τον σπάγκο με τον οποίο έδεσαν τη μητέρα μας δεν τον είχα ξαναδεί. Δεν υπήρχε στο σπίτι. Φορούσε και μια χαρακτηριστική καδένα, στριφτή, δώρο δικό μας. Της την πήραν. Όπως και δύο δαχτυλίδια. Προφανώς για να δείξουν ότι έγινε ληστεία. Πέταξαν και κάποιες εικόνες κάτω και τις πατούσαν».

Για τους ανθρώπους που τη γνώριζαν, η Φαιναρέτη ήταν μια γυναίκα αγωνίστρια.

«Τη θαύμαζα, έβλεπα τον αγώνα της. Δεν είναι εύκολα αυτά. Και τελικά η “ανταμοιβή” της ήταν να φύγει με αυτό τον τρόπο…» λέει η γειτόνισσά της με πικρία.

Μάρτυρας πρώην αστυνομικός σπάει τη σιωπή του. Η εκπομπή παρουσίασε τα βασικά στοιχεία της μαρτυρίας του για το έγκλημα που έμεινε ανεξιχνίαστο.

«Ο τόπος του εγκλήματος παραδόθηκε ανέπαφος στους άνδρες της Ασφάλεια Αττικής, μαζί με όλες τις πληροφορίες και τα πρώτα στοιχεία που είχαν συλλεχθεί, ώστε να συνεχιστεί απρόσκοπτα η έρευνα. Ωστόσο ο χρόνος περνούσε, χωρίς ουσιαστικές εξελίξεις. Έξι μήνες αργότερα, με επισκέφθηκε στο γραφείο μου ο ένας από τους γιούς του θύματος , ο Σταύρος Οικονομόπουλος, εμφανώς ταραγμένος και απογοητευμένος από την πορεία των ερευνών. Μου εξέφρασε τα έντονα παράπονά του για την καθυστέρηση και μου έδειξε μια φωτογραφία χρυσής αλυσίδας, υποστηρίζοντας ότι ανήκε στη μητέρα του και αφαιρέθηκε τη νύχτα της δολοφονίας. Μου ανέφερε, μάλιστα, πως είχαν γίνει έρευνες από τον ίδιο, σε χρυσοχοεία της περιοχής για τυχόν απόπειρα πώλησης από το δράστη», λέει χαρακτηριστικά.

Προσθέτει πως: «Παρατηρώντας προσεκτικά τη φωτογραφία, διέκρινα ότι επρόκειτο για μια σχετικά χοντρή, στριφτή αλυσίδα λαιμού. Θυμήθηκα πως, λίγες ημέρες μετά το έγκλημα, είχα δει έναν γνώριμο στις Αρχές άνδρα, σεσημασμένο, να φορά στον λαιμό του μια τέτοια αλυσίδα. Το συγκεκριμένο άτομο είχε συλληφθεί μήνες πριν, στο πλαίσιο του αυτοφώρου για σοβαρό αδίκημα, ωστόσο κυκλοφορούσε ελεύθερος στη Σαλαμίνα, περιμένοντας την τακτική δικάσιμο που του είχε οριστεί. Ο άνδρας αυτός είχε πρόσφατα επιστρέψει στο νησί από το εξωτερικό, στοιχείο που ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τις υποψίες μου. Θεωρώντας τα δεδομένα ιδιαίτερα σοβαρά, ξεκίνησα άμεσα αναζητήσεις για τον εντοπισμό του, προκειμένου να προσαχθεί για εξέταση. Παρά τις συνεχείς προσπάθειες, διαπιστώθηκε ότι είχε ήδη φύγει εκ νέου στο εξωτερικό, γεγονός που δυσχέρανε σημαντικά την εξέλιξη της έρευνας και με έκανε ακόμη πιο καχύποπτο.»